«Πρόκλος δ’ ἐγὼ γενόμην Λύκιος γένος, ὃν Συριανὸς
ἐνθάδ’ ἀμοιβὸν ἑῆς θρέψε διδασκαλίης·
ξυνὸς δ’ ἀμφοτέρων ὃδε σώματα δέξατο τύμβος·
αἲθε δὲ καὶ ψυχὰς χῶρος ἒεις λελάχοι
(Εγώ υπήρξα ο Πρόκλος, Λύκιος το γένος, που ο Συριανός
εδώ με ανέθρεψε διάδοχο της διδασκαλίας του·
αυτός εδώ ο κοινός τάφος δέχθηκε και των δύο τα σώματα·
είθε και τις ψυχές μας κοινός χώρος να τις λάβει.)
Αυτό το τετράστιχο επίγραμμα συνέθεσε ο μέγιστος Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος, ο επονομαζόμενος «Διάδοχος», που πέθανε σαν σήμερα, το 485 μ. Χ., για να γραφτεί πάνω στο κοινό μνήμα που σκέπασε τόσο τον αγαπημένο του δάσκαλο, τον Συριανό, όσο και τον ίδιο. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Μαρίνο, ο οποίος συνέγραψε τον «Βίον Πρόκλου ή Περί αρετής», το μνήμα αυτό τοποθετείται στα ανατολικά προάστεια των Αθηνών προς τον Λυκαβηττό.
Ο Πρόκλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 8 Φεβρουαρίου του 412 μ. Χ.. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Λυκίας, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Σε εφηβική ηλικία έρχεται για σπουδές στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου γρήγορα θα στραφεί στην φιλοσοφία με πρώτους δασκάλους τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ολυμπιόδωρο και τον μαθηματικό Ήρωνα. Η οριστική αφιέρωσή του στην φιλοσοφία θα γίνει στην Αθήνα όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα σε ηλικία είκοσι περίπου ετών. Εκεί τον κατέκτησε η φιλοσοφία της Πλατωνικής Ακαδημίας, της οποίας αργότερα θα γίνει και διευθυντής. Αρχικά φοιτά κοντά στον τότε διευθυντή της Ακαδημίας, τον Πλούταρχο τον Αθηναίο, και κατόπιν, μετά τον θάνατο του τελευταίου, θα θητεύσει κοντά στον Συριανό, τον νέο διευθυντή της Πλατωνικής Ακαδημίας, τον οποίο και θα διαδεχθεί στην διεύθυνσή της, σε ηλικία μόλις 25 ετών.
Ο Πρόκλος πήρξε πολυγραφότατος και το έργο του επηρέασε, όχι μόνο ολόκληρη την Μεσαιωνική φιλοσοφία, αλλά και την νεώτερη και σύγχρονη φιλοσοφία. Όλο το φιλοσοφικό σύστημα του Πρόκλου θεμελιώνεται πάνω στο βασικό σχήμα «Μονή», «Πρόοδος», «Επιστροφή», σύμφωνα με το οποίο, κάθε επίπεδο της πραγματικότητας –νοητής ή αισθητής- παραμένει, σε μία πρώτη φάση, στον εαυτό της, για να «προοδεύσει», σε μία δεύτερη φάση, προς τα κατώτερα από αυτό επίπεδα, προκειμένου να τους προσδώσει ουσία και υπόσταση, για να επιστρέψει, σε μία τρίτη φάση, στην πηγή του, που είναι το «Εν» ή το «Ταγαθόν». Τον 17ο αιώνα, ο Σπινόζα θα συγκροτήσει τα θεμέλια της φιλοσοφίας του πάνω στην έννοια της «Εμμένειας», αντλώντας στοιχεία από την έννοια της «Μονής» του Πρόκλου· αργότερα, τον 19ο αιώνα, ο Έγελος (Hegel), θα συγκροτήσει την φιλοσοφία του πάνω στο βασικό σχήμα «Θέση», «Αντίθεση», «Σύνθεση», αντλώντας στοιχεία από το ανάλογο σχήμα του Πρόκλου, «Μονή», «Πρόοδος», «Επιστροφή». Ο Πρόκλος υπήρξε πολυγραφώτατος. Το συγγραφικό του έργο μπορεί να χωριστεί σε δύο μεγάλες βασικές κατηγορίες: Στα πρωτότυπα έργα του, σπουδαιότερα των οποίων είναι το εξάτομο έργο του με τίτλο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας» καθώς και το συνοπτικό έργο του με τίτλο «Στοιχείωσις Θεολογική». Στα υπομνήματα σε έργα άλλων φιλοσόφων, κυρίως στους πλατωνικούς διαλόγους. Από αυτά που διασώθηκαν, αναφέρουμε το σημαντικότατο πολύτομο υπόμνημα με τίτλο «Εις τον Πλάτωνος Τίμαιον», το υπόμνημα «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδην», το «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος υπόμνημα», το υπόμνημα «Εις τον πρώτον Αλκιβιάδην» και, τέλος, το «Εκ των του φιλοσόφου Πρόκλου σχολίων εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι».

Άννα Μαρκοπούλου  Δρ. Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Paris V-Rene Descartes)